Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου


André Aciman
Εκδ. Μεταίχμιο

 Έχουν περάσει αρκετοί μήνες από τότε που ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου του André Aciman «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου», ίσως του καλύτερου βιβλίου για μένα μέσα  στο 2018. Όλον αυτό τον καιρό λοιπόν που δεν έγραψα κάποιο άρθρο για να το παρουσιάσω, πίστευα ότι θα δυσκολευόμουν όταν θα ερχόταν αυτή η στιγμή, ότι κάτι θα είχε χαθεί από τη συγκίνηση που ένιωσα όσο πλησίαζα προς το τέλος. Κι όμως η συναισθηματική μνήμη είναι τόσο ισχυρή, που ακόμη και τώρα είμαι σε θέση να ανακαλέσω την αγωνία μου για την τύχη των ηρώων και την συναίσθηση του πόνου που προκαλεί ο αποχωρισμός.

 Το βιβλίο αφηγείται την ερωτική ιστορία δύο νεαρών ανδρών, του 17χρονου Έλιο και του 24χρονου Όλιβερ, μέσα από τις αναμνήσεις του πρώτου. Ενός ειδυλλίου που ξεκινά από την αμφισβήτηση και τον δισταγμό και καταλήγει σε έναν έρωτα αφοπλιστικό και απελευθερωτικό. Το βιβλίο μού έμοιαζε εξαρχής με ερωτική εξομολόγηση, με την απόλυτη απογύμνωση της ψυχής που μόνο ένας δυνατός έρωτας μπορεί να σε κάνει να νιώσεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο άκρως ερωτικό, με σεξουαλικές αναφορές, που ενώ θα φάνταζαν ιδιαίτερα προκλητικές δεν έχουν τελικά σκοπό να προκαλέσουν και συνάμα ένα βιβλίο τρυφερό και συγκινητικό που δε νομίζω ότι σε αφήνει αδιάφορο.  Τα λόγια του πατέρα προς τον γιο του Έλιο κάπου προς το τέλος του βιβλίου περικλείουν όλο το νόημα της αφήγησης:

"Είχατε μια όμορφη φιλία. Ίσως κάτι παραπάνω από φιλία. Και σε ζηλεύω. Στη θέση μου, οι περισσότεροι γονείς θα εύχονταν το πράγμα να εξαφανιζόταν, ή θα προσεύχονταν ο γιος τους να συνερχόταν σύντομα. Όμως εγώ δεν είμαι τέτοιος γονιός. Αν υπάρχει πόνος, φύλαξέ τον, κι αν υπάρχει φλόγα, μην την πνίξεις, μην είσαι βάναυσος μαζί της. Ξεριζώνουμε τόσα πολλά απ’ τους εαυτούς μας για να γιατρευτούμε γρηγορότερα απ’ όσο πρέπει, που μέχρι τα τριάντα έχουμε ξοφλήσει, και έχουμε να δώσουμε όλο και λιγότερα σε κάθε νέα σχέση. Η απόσυρση είναι φριχτό πράγμα όταν σε κρατά ξάγρυπνο τη νύχτα, και το να μας ξεχνάνε πιο σύντομα απ’ ότι θα θέλαμε να ξεχαστούμε είναι εξίσου σκληρό. Αλλά πόσο κρίμα να μην αφήνεσαι να νιώσεις, μόνο και μόνο για να μη νιώσεις τίποτα!"

 Αν η ταινία η ταινία χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς εκπληκτική, γεγονός που της χάρισε και το Όσκαρ καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, τότε το βιβλίο είναι απλά ένα αριστούργημα.


Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Το Παρίσι είναι πάντα μια καλή ιδέα

Νικολά Μπαρρό
Εκδ. Πατάκης


 Πρώτο βιβλίο για φέτος «Το Παρίσι είναι πάντα μια καλή ιδέα». Μια ρομαντική, χαριτωμένη ιστορία, με φόντο φυσικά την Πόλη του Φωτός. Ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, ιδανικό για χαλαρά απογεύματα με καφέ (γαλλικό!) ή τσάι και που άνετα μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο και να αποτελέσει μια αξιοπρεπή ρομαντική κομεντί.

 Πρωταγωνίστρια της ιστορίας η Ροζαλί Λοράν, ιδιοκτήτρια ενός μικρού χαρτοπωλείου, που δε σταματά να ονειρεύεται και να πιστεύει στον έρωτα που κάποια στιγμή θα έρθει στη ζωή της και θα την παρασύρει σε παραμυθένια μονοπάτια. Ο έρωτας έρχεται, αλλά όχι μόνος. Έρχεται μαζί με κάποιες περιπέτειες  και πολλές εκπλήξεις.

 Αν και η ιστορία είναι αρκετά προβλέψιμη από τα πρώτα σχεδόν κεφάλαια, η ευχαρίστηση που σου προκαλεί η ανάγνωση της σε κάνει να θέλεις να τη συνεχίσεις ως το τέλος. Φτάνοντας βέβαια στο τέλος το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να κλείσεις αμέσως εισιτήρια για Παρίσι..

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

Reading challenge


Καλή κι ευτυχισμένη χρονιά!!

Για πρώτη φορά φέτος σκέφτηκα να θέσω αναγνωστικούς στόχους. Ίσως το γεγονός ότι την προηγούμενη χρονιά δεν διάβασα όσα βιβλία θα ήθελα, ίσως για να πειστώ να τελειώσω επιτέλους τα βιβλία που βρίσκονται στο κομοδίνο μου τους τελευταίους μήνες και κυρίως γιατί το 2019 προβλέπεται να είναι μια φουλ απαιτητική χρονιά (baby is loading..), αποφάσισα να δοκιμάσω λίγο περισσότερο τον εαυτό μου και να διαχειριστώ καλύτερα τον χρόνο μου. Έτσι, ο πρώτος και βασικός αναγνωστικός στόχος για το τρέχον έτος είναι να καταφέρω να ολοκληρώσω τουλάχιστον 30-35 βιβλία (ελπίζω να είναι περισσότερα βέβαια) και ο δεύτερος να κινηθώ αναγνωστικά σε διαφορετικά μεταξύ τους λογοτεχνικά είδη. Ο «μαραθώνιος βιβλίων» ξεκίνησε ήδη… Το μόνο που μένει είναι να δούμε αν θα τερματίσω!



Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018

Η τιμή και το χρήμα - Κωνσταντίνος Θεοτόκης

 Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1872. Το 1889, γνωρίζοντας ήδη καλά τρεις γλώσσες, αναχωρεί για σπουδές στο Παρίσι, απ' όπου επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα. Ασπάστηκε γρήγορα τις πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες και μαζί με τον φίλο του και ποιητή Λορέντζο Μαβίλη συμμετείχαν στην Επανάσταση της Κρήτης (1896) και της Θεσσαλίας (1897). Ένθερμος δημοτικιστής (οργάνωσε μάλιστα και συνέδριο δημοτικιστών στην Κέρκυρα το 1905) ξεκινά να γράφει και να δημοσιεύει τα πρώτα του έργα, τα οποία διανθίζει με επτανησιακούς ιδιωματισμούς. Παράλληλα μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, μεταφράζει ακόμη και από τα σανσκριτικά και τα λατινικά, καθώς και πολλά σπουδαία έργα Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Φλωμπέρ.

 "Η τιμή και το χρήμα" είναι μία κοινωνική νουβέλα που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1914. Επηρεασμένος από τις ιδέες του καταδεικνύει στο έργο αυτό την κοινωνική και πολιτική σαθρότητα της εποχής. Είναι αφιερωμένο στην Κερκυραία λόγια και φεμινίστρια Ειρήνη Δενδρινού. Η Ειρήνη Δεντρινού σε ομιλία της με τίτλο «Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης σαν συγγραφέας, σαν άνθρωπος» είπε σχετικά: 
«Στην Τιμή και το Χρήμα —το πρώτο κατά χρονολογική σειρά μεγάλο διήγημα του Θεοτόκη— περιγράφεται ιδιαίτερα το κερκυραϊκό προάστιο, το Μαντούκι, και γενικά η κατάσταση της Κέρκυρας στην εποχή της πρωθυπουργίας του Γ. Θεοτόκη. Αντίθετος προς το συνονόματό του, ο συγγραφέας καυτηριάζει σατιρίζοντας τα πολιτικά συστήματα της τότε εποχής, το κυρίαρχο ρουσφετολόι, την πρόοδο του συστηματικού λαθρεμπορίου στις κερκυραϊκές ακτές και την εξαχρείωση του εκλογέα. Ανάμεσα σε όλη αυτή την κίνηση πλέκεται το τρυφερό και γεμάτο ποιητική αφέλεια ειδύλλιο της Ρήνης και του Ανδρέα, που η χρηματική ανάγκη το παρακολουθεί για να το χτυπήσει θανάσιμα. Έτσι ο συγγραφέας, αφού μας αποδείξει πόσο κυρίαρχα, πόσο τυραννικά, το χρήμα επιβάλλεται και στα δυνατότερα και αγνότερα αισθήματά μας, βάζει στο στόμα της Ρήνης τον ύμνο της αγάπης, ανώτερης απ' όλα τ' άλλα συναισθήματα, με μια φράση λιτή, χωρίς καμιά παράχορδη, επιδειχτική κραυγή, και που λιτότερη γίνεται στο στόμα της κοπέλας του λαού: "Με τα τάλαρα δεν αγοράζεις την αγάπη", λέει η Ρήνη του Αντρέα». («Νέα Εστία» Α' 1927, τεύχ, 7 και 8, και: Εκδ. «Κείμενα» Η Τιμή και το Χρήμα: σ. 121). 

  Το διήγημα κυκλοφορεί σήμερα σε πολλές εκδόσεις, από διάφορους εκδοτικούς. Εγώ το αγόρασα σε μία οικονομική αλλά αρκετά αξιόλογη έκδοση από την Εμπειρία Εκδοτική και τη σειρά της Ελληνική Κλασική Λογοτεχνία.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Αγαπητέ Θεέ

Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ
Εκδόσεις Opera

Ένα μικρό βιβλιαράκι (γύρω στις 90 σελίδες όλες κι όλες), το "Αγαπητέ Θεέ" πραγματεύεται δύο αντικρουόμενες δυνάμεις, τη ζωή και τον θάνατο, όχι με την αγωνία και τη φιλοσοφική διάθεση ενός ενήλικα, αλλά με την απλότητα και την καθαρή ματιά ενός μικρού παιδιού.

Ο Όσκαρ είναι ένα δεκάχρονο αγόρι που νοσηλεύεται με λευχαιμία στο νοσοκομείο. Γνωρίζει ότι θα πεθάνει σύντομα και ύστερα από παρότρυνση της θείας Ροζ, μιας από τις κυρίες που κρατούν συντροφιά στα παιδιά ξεκινά μια ιδιόμορφη επικοινωνία με τον Θεό γράφοντας του γράμματα. Μέσα από τα γράμματα αυτά παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες του Όσκαρ στο νοσοκομείο, τις σχέσεις που αναπτύσσει με τα υπόλοιπα παιδιά και κυρίως τη φυσιολογικότητα με την οποία αντιμετωπίζει την κατάσταση του και τον επερχόμενο θάνατο και παράλληλα την αδυναμία του να καταλάβει τον φόβο και την αμηχανία που προκαλεί ο θάνατος στους μεγάλους. Τα γράμματα αυτά τον βοηθούν να βρει την πίστη και τη δύναμη που κρύβει μέσα του (όπως κι όλοι μας αρκεί να τα αναζητήσουμε). Στα γράμματα του δεν ρωτάει ποτέ γιατί πεθαίνει. Τον απασχολεί κυρίως η ζωή του, κι όχι ο θάνατος. 

Το βιβλίο είναι γραμμένο με χιούμορ και αισιοδοξία, αν και στο τέλος ένα μικρό σφίξιμο το νιώθεις. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πάρα πολύ γρήγορα. Δεν είναι ένα βιβλίο που θα σε "ξετρελάνει" (τουλάχιστον όχι εμένα), είναι όμως μια γλυκιά υπενθύμιση ότι "η μόνη λύση για τη ζωή είναι το να ζεις".

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Ο Στόουνερ

John Williams
Εκδόσεις Gutenberg
μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου

Το έβλεπα συνεχώς μπροστά μου τους τελευταίους μήνες. Σε βιβλιοπωλεία, στο ίντερνετ, σε κριτικές, αλλά όσες φορές κι αν διάβασα την υπόθεση δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Πίστευα ότι θα είναι βαρετό (κάποιοι το βρίσκουν όντως βαρετό κι αδιάφορο, όπως βλέπω σε κάποια σχόλια στο facebook) κι ίσως και λιγάκι "βαρύ" για τώρα το καλοκαίρι. Πόσο λάθος σκεφτόμουν... 

Το αγόρασα και το ξεκίνησα διστακτικά, παρακινημένη από την ιστορία πίσω από το βιβλίο κι όχι αυτή μέσα στο βιβλίο. "Ο Στόουνερ" γράφτηκε από τον John Willams στις ΗΠΑ, όπου και πρωτοεκδόθηκε το 1965, χωρίς όμως να βρει την αναμενόμενη ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό. Αποσύρθηκε λοιπόν, ανατυπώθηκε δύο ακόμη φορές, χωρίς να έχει καμία απήχηση κι όλα αυτά μέχρι το κοντινό μας 2011, οπότε και βρέθηκε στα χέρια μιας Γαλλίδας πεζογράφου, της Anna Gavalda, η οποία το μετέφρασε και από τότε έγινε μπεστ σέλερ στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στην Ιταλία, στη Γερμανία. Το 2017 φθάνει και στη χώρα μας και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, στη νέα τους σειρά Aldina, για την οποία αξίζει να αναφερθούμε σε επόμενο άρθρο.

 Το μυθιστόρημα περιγράφει τη ζωή και τη σταδιοδρομία του Στόουνερ, ενός βοηθού καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας: τη διδασκαλία του, τις σχέσεις του στο Πανεπιστήμιο, τις φιλίες του, την αποτυχία του γάμου του αλλά και τον έρωτά του για μια νεαρή καθηγήτρια, σχέση που θα εμπλακεί αναπόφευκτα στις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς της πανεπιστημιακής ζωής. "Το σημαντικότερο στοιχείο του μυθιστορήματος, γράφει ο συγγραφέας, είναι η συνείδηση του έργου, του επαγγέλματος που έχει ο Στόουνερ... Η αγάπη για κάτι είναι αυτό που μετράει". (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Είναι ένα χρονικό, μια κατά κάποιον τρόπο βιογραφία του Στόουνερ, από την ηλικία των έξι χρόνων έως και το θάνατο του. Ενός ανθρώπου θα λέγαμε συγκρατημένου, συγκαταβατικού, μετρημένου, χωρίς πάθη και εξάρσεις. Ενός ανθρώπου συνηθισμένου, που όλη του η ζωή περιστρέφεται γύρω από τη διδασκαλία, με τη βαθιά όμως αφοσίωση και πίστη στο καθήκον που έχει αναλάβει. Αυτό ήταν εξάλλου και το μεγάλο πάθος της ζωής του, η λογοτεχνία και η διδασκαλία αυτής.

Ο συγγραφέας γράφει με μια αριστοτεχνική απλότητα και ευκρίνεια μια ιστορία κατά τη γνώμη μου βαθιά συγκινητική και σίγουρα μελαγχολική, για έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε και δε θέλησε ποτέ να γίνει ήρωας. 

Υ.Γ. Αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις Gutenberg για το δώρο που χάρισαν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και κυρίως στην Αθηνά Δημητριάδου που έκανε μια άψογη μετάφραση, που αποπνέει τον απόλυτο σεβασμό προς τον συγγραφέα και το ύφος του πρωτότυπου έργου.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Στόμαστομαστό


Ροζίτα Σπινάσα
Εκδόσεις Κέδρος

 Προφανέστατα ο τίτλος είναι το πρώτο πράγμα που σου τραβάει την προσοχή. 3 λέξεις ενωμένες σε μία μοιάζουν λίγο παράξενες, οπότε δε γίνεται να μην αναρωτηθείς περί τίνος πρόκειται. Εμένα όμως μου κέντρισε το ενδιαφέρον πρώτα η συγγραφέας , καθώς διάβασα μία συνέντευξή της στη Lifo, η οποία μου φάνηκε πολύ αυθεντική και με έκανε να αναζητήσω το βιβλίο . Μάλιστα όταν είδα ότι πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, το βρήκα  και σαν ευκαιρία να ξεφύγω κάπως από τα μυθιστορήματα κι έτσι δε δίστασα να το αγοράσω.  Προχθές λοιπόν που είχα προγραμματισμένο ένα ταξιδάκι και είχα στη διάθεση μου ένα τετράωρο περίπου, πήρα τα διηγήματα στην τσάντα μου και ξεκίνησα.

 Από τις πρώτες κιόλας σελίδες κατάλαβα ότι θα το άφηνα απ τα χέρια μου μόνο όταν θα έφτανα στην τελευταία, πράγμα που έγινε λίγο πριν φθάσω στον προορισμό μου.  Ήταν το ένα διήγημα καλύτερο απ’  το άλλο. Διηγήματα σκληρά, ιστορίες από αυτές που λες δε γίνονται αλλά ξέρεις κατά βάθος ότι γίνονται, χαρακτήρες απ’  αυτούς μπορεί και να τους έχεις συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή σου. Και τόσα πολλά συναισθήματα μαζεμένα σε δέκα διηγήματα. Θυμός, συμπόνια, κατανόηση, αγανάκτηση, λύτρωση, έκπληξη, αποδοχή και κυρίως συνενοχή. Νομίζω ήταν αυτό το συναίσθημα που με έκανε να νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι, η συνενοχή. Οι ήρωες δε διηγούνται, εξομολογούνται, οπότε άθελα σου γίνεσαι μάρτυρας των πράξεων τους και αναγκάζεσαι κάπου μέσα σου να πάρεις θέση. Στο τέλος μάλιστα της κάθε ιστορίας η αλήθεια έρχεται μπροστά σου κατά τρόπο επιτακτικό που σε αναγκάζει να τη δεις κατάματα και ίσως ακόμη και να σκεφτείς εκείνες τις στιγμές που δεν πήρες τη θέση που θα έπρεπε.