Ως παιδιά ένα από τα αγαπημένα μας παιχνίδια ήταν να ανακαλύπτουμε χαμένους θησαυρούς στα πιο απίθανα σημεία, σε αποθήκες, ξεχασμένα μπαούλα, στα παλιά συρτάρια της γιαγιάς κι όπου αλλού μπορούσαμε να φανταστούμε. Για μένα οι καλύτεροι "θησαυροί" ήταν πάντα μπροστά στα μάτια μου. Ήταν στη μεγάλη βιβλιοθήκη της θείας μου, όπου ακόμα και σήμερα οι θησαυροί είναι ανεξάντλητοι, στις στοίβες με τα βιβλία και τις εφημερίδες που έβρισκα στο πάτωμα του δωματίου του άλλου μου θείου, στα "δήθεν" ξεχασμένα βιβλία του πατέρα μου στο κομοδίνο, που τώρα πλέον βρίσκονται στη δική μου βιβλιοθήκη κι οπουδήποτε αλλού είχα πρόσβαση σε βιβλία. Στα πιο χαμηλά ράφια της δημοτικής βιβλιοθήκης, σε παλιά βιβλιοπωλεία που δυστυχώς πια δεν υπάρχουν, σε παζάρια, παντού γύρω μου. Η συνήθειά μου να ανακαλύπτω τέτοιους θησαυρούς όσο μεγάλωνα ευτυχώς δεν ξεθώριασε καθόλου, αν και μάλλον έγινα πιο επιλεκτική μαζί τους και πιο επιφυλακτική ως προς την πολυτιμότητά τους.
Πριν λίγο καιρό λοιπόν, όταν μαζί με τον άντρα μου κάναμε την τελευταία μας μετακόμιση, πήραμε από το πατρικό του πολλά παιδικά-εφηβικά ενθύμια (cd, φωτογραφίες, κ.λπ.). Ανάμεσα σε αυτά ήταν και μερικά βιβλία, κυρίως βιβλία με στίχους και ποιήματα, όχι και τόσο συνηθισμένα για μένα, μιας και οι δικές του ποιητικές επιρροές διαφέρουν αρκετά από τις δικές μου... Έτσι, τυχαία εχθές το βράδυ ξεφυλλίζοντας το "Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι", του Γιάννη Αγγελάκα, ένιωσα κάτι από εκείνο το παιδικό συναίσθημα της ξαφνικής ανακάλυψης ενός μικρού θησαυρού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.