Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Ο άνθρωπος που ξέχασε τη γυναίκα του


John OFarrell
Εκδόσεις Διόπτρα

 Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μπαίνω στον Ιανό κι από όλα τα βιβλία που θα μπορούσα να διαλέξω, τελικά αγόρασα αυτό. Έψαχνα κάτι ευχάριστο, ευκολοδιάβαστο, που θα μπορούσε να με συνοδέψει στο πολύωρο ταξίδι που αναμενόταν τρεις μέρες αργότερα. Ευτυχώς πέτυχα διάνα!!

 Πράγματι, τρεις μέρες μετά ξεκίνησα την ανάγνωση του βιβλίου μέσα στο λεωφορείο κι ευτυχώς δεν είχα κανέναν δίπλα μου στο κάθισμα, καθώς είχα κυριολεκτικά αφεθεί στην ανάγνωση και απλωθεί και στις δύο θέσεις. Το βιβλίο ήταν απολαυστικότατο, με την απαραίτητη δόση χιούμορ και με έναν ρυθμό στην αφήγηση που με έκανε να αισθάνομαι σαν να παρακολουθώ ταινία. Η υπόθεση, με λίγα λόγια, περιστρέφεται γύρω από έναν άντρα κοντά στη μέση ηλικία, τον Βον, ο οποίος ξαφνικά εμφανίζει απώλεια μνήμης. Όπως είναι φυσικό δεν θυμάται τίποτα για τον εαυτό του, την οικογένειά του, πόσο μάλλον τη γυναίκα του… Στην προσπάθεια του να ανακτήσει τις μνήμες του και το παρελθόν του διαπιστώνει ότι το παρόν του δεν είναι τελικά και τόσο ονειρικό και σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με όσα φανταζόταν για το μέλλον του σε νεαρότερη ηλικία. Το θετικό στην κατάσταση του είναι ότι μπορεί να δει πλέον τα πράγματα, με τη ματιά ενός εξωτερικού παρατηρητή και να διορθώσει τα λάθη που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι έκανε. Το αρνητικό είναι ότι οι άλλοι και κυρίως η γυναίκα του διατηρούν ακόμη όλες τις μνήμες του παρελθόντος και δυστυχώς κάποια πράγματα δεν μπορούν έτσι εύκολα να ξεχαστούν…


 Ξέρω ότι το σενάριο δεν φαίνεται και πολύ αληθοφανές. Δε γίνεται έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη να χάσεις τη μνήμη σου. Γίνεται όμως να χάσεις τους στόχους σου, τα όνειρά σου, τον νεανικό ενθουσιασμό σου, ακόμη και τον ίδιο σου τον εαυτό όταν η ρουτίνα και τα προβλήματα σε απορροφούν. Γίνεται να ξεχάσεις το πόσο ευτυχισμένο μπορούν να σε κάνουν οι μικρές καθημερινές στιγμές με την οικογένεια σου και οι άνθρωποι γύρω σου, όταν κολλάς σε ασήμαντες λεπτομέρειες. Στην πραγματικότητα, ο Βον ξέχασε όλα τα παραπάνω, οπότε εντέλει το μυθιστόρημα αποδεικνύεται πολύ πιο ρεαλιστικό από αυτό που αρχικά μπορεί να νομίσεις. Κι ακόμη κι αν δεν έχεις ξεχάσει τίποτα από όλα αυτά και η ευτυχία είναι η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο μυαλό στην ερώτηση «Πώς νιώθεις;», λίγο γέλιο ακόμη πάντα χρειάζεται…!!!

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια

Harper Lee
Εκδόσεις Bell

 Λίγο πριν μας αποχαιρετήσει το 2015 και αφού έχουν ήδη συμπληρωθεί 55 χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, αποφασίζω να διαβάσω το «αριστούργημα», όπως χαρακτηρίζεται από τα περισσότερα ιστολόγια, της Harper Lee, «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια». Αφορμή είναι η έκδοση του δεύτερου βιβλίου της συγγραφέως, στην ηλικία των 88 ετών σήμερα, με τίτλο «Βάλε ένα φύλακα», το οποίο βρέθηκε από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του ανάμεσα στα best sellers σε ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία. Θα μπορούσα βέβαια να διαβάσω απευθείας το δεύτερο βιβλίο, αλλά οι διθυραμβικές κριτικές για το πρώτο δε μου άφησαν άλλα περιθώρια…

 Ομολογώ ότι από τις πρώτες κιόλας σελίδες εντυπωσιάστηκα με την ικανότητα της συγγραφέως να θίξει ένα ζήτημα φλέγον ακόμη και σήμερα, πόσο μάλλον τη δεκαετία του ’30 στην οποία αναφέρεται, το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων, μέσα από τα μάτια δύο μικρών παιδιών, της Σκάουτ και του Τζεμ Φιντς. Πρόκειται για τα παιδιά του δικηγόρου Άττικους Φίντς, ο οποίος καλείται να υπερασπιστεί έναν νεαρό μαύρο στο Μέικομπ της Αλαμπάμα, για ένα αδίκημα που όπως όλα δείχνουν δεν έχει διαπράξει αλλά που η κοινωνία νοτισμένη βαθιά με προκαταλήψεις, φοβίες και στερεότυπα δεν είναι σε θέση να το αξιολογήσει αμερόληπτα και δίκαια. Η καθαρή ψυχή όμως των παιδιών, η αθωότητα και η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τον κόσμο γύρω τους, τους επιτρέπει να ξεχωρίσουν αυτό που οι ενήλικες αδυνατούν, το Καλό από το Κακό, το Δίκαιο από το Άδικο. Οι σελίδες του βιβλίου ξεχειλίζουν από την ευαισθησία των παιδιών, από την απεγνωσμένη τους προσπάθεια να κατανοήσουν τον κόσμο των ενηλίκων, έναν κόσμο σκληρό και βίαιο ακόμη και γι αυτούς τους δύο, έναν κόσμο που δε χαρίζεται σε κανέναν.


  Το βιβλίο μπορώ να πω ότι με συγκίνησε ιδιαιτέρως,ειδικά στις τελευταίες τους σελίδες, όπου αντιλαμβάνεσαι ότι τα «κοτσύφια» γύρω μας είναι πολλά. Είναι πολλοί εκείνοι που ζουν στο περιθώριο από επιλογή ή από ανάγκη, είναι πολλοί αυτοί που αδικούνται ακόμη και στις μέρες μας κι είναι πολλά εκείνα που δυστυχώς ξεχνάμε μεγαλώνοντας. Είναι η ανθρωπιά αυτή που πολλές φορές χάνεται στην πορεία της ενήλικης ζωής μας και που χρειάζονται μόνο δύο παιδικά μάτια για να μας την υπενθυμίσουν. Νομίζω πως το βιβλίο όσα χρόνια κι αν περάσουν αξίζει να διαβαστεί. Κι αν ακόμη η διδακτική διάθεση της συγγραφέως μπορεί να ξενίσει κάποιους αναγνώστες, αξίζει να κάνουμε μια προσπάθεια να σκεφτούμε πόσο «ανθρώπινα» αντιμετωπίζουμε τελικά τους συνανθρώπους μας.