Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Μισές δουλείες…


 «Διαβάζω τα πάντα». Αυτή είναι η απάντηση μου όταν κάποιος με ρωτάει τι διαβάζω συνήθως. Είμαι της άποψης ότι κάθε μορφής γραπτό, είτε πρόκειται για λογοτεχνία είτε για τα διαφημιστικά φυλλάδια του σουπερμάρκετ κάτι μπορεί να σου προσφέρει. Για το λόγο αυτό δίνω πάντα μια ευκαιρία, ίσως και μια δεύτερη (αν και ορισμένες φορές το έχω μετανιώσει) σε όποιο ανάγνωσμα πέφτει στα χέρια μου. Βέβαια όσο εύκολα πιάνω ένα βιβλίο τόσο εύκολα το αφήνω κιόλας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μερικά μισοδιαβασμένα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου, τα οποία και θα παραμείνουν μισοδιαβασμένα.

Σε αυτά τα βιβλία θα αναφερθώ σε αυτό το άρθρο. Φαντάζομαι ότι κάποιοι θα τα έχουν διαβάσει και μάλιστα μπορεί να τα βρήκαν και ενδιαφέροντα, όμως εγώ δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω, δεν κατάφερα να τα διαβάσω. Ίσως το πιο γνωστό από τα μισοδιαβασμένα μου είναι «Η δίκη» του Κάφκα. Με κούρασε πολύ να περιμένω να μάθω τι στο καλό έκανε ο Γιόσεφ Κ. και κατηγορείται καθώς και οι αοριστολογίες της δίκης, που το παράτησα λίγο πριν το τέλος. Ναι, ξέρω θα μου πείτε ότι όλο αυτό είναι μια παραβολή, ένας συμβολισμός, δεν χρειάζεται να ρωτάς τι και πώς, αλλά εδώ ο ίδιος ο Κάφκα άφησε ανολοκλήρωτα κεφάλαια, γιατί να μην το κάνω κι εγώ;

 Ένα ακόμη βιβλίο που παράτησα είναι η «Παραφορά», του πολυβραβευμένου Σάλμαν Ρούσντι. Αν και στην αρχή μου φάνηκε ενδιαφέρουσα η υπόθεση, με τον καθηγητή που εγκαταλείπει ξαφνικά τα πάντα και μετακομίζει σε μια άλλη πόλη (γιατί; Τι κρύβει; ), με αποθάρρυνε απ΄ όσο θυμάμαι η γραφή του και το λεξιλόγιο του. Σε αυτό το βιβλίο πάντως σκοπεύω κάποια στιγμή να δώσω εκείνη τη δεύτερη ευκαιρία που λέγαμε.

Δεύτερη ευκαιρία ίσως θα έπρεπε να δώσω και στη «Μαντάμ Μποβαρύ», του Φλομπέρ, αλλά μάλλον δε θα το κάνω για τον ίδιο λόγο που κάποτε το παράτησα. Γιατί είναι τόσα πολλά τα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας που θέλω να διαβάσω, που δυστυχώς αφήνουν λίγα περιθώρια σε εκείνα της κλασικής. Παρεμπιπτόντως, μέσα στο βιβλίο βρίσκεται ακόμα ο σελιδοδείκτης στη σελίδα 48 και στην αρχή του τρίτου κεφαλαίου, οπότε ποτέ δεν ξέρεις.. Τουλάχιστον εδώ είναι λίγες οι σελίδες που έχω διαβάσει και θα μπορούσα να το πάρω πάλι από την αρχή.

Με το σελιδοδείκτη ανάμεσα την 150 και 151 σελίδα βρίσκεται και το «Hotel de dream»,  του Έντμουντ Ουάιτ, το οποίο για να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι γιατί το άφησα στη μέση ακριβώς, θυμάμαι όμως ότι το διάβαζα με αργούς ρυθμούς και για μεγάλο διάστημα βρισκόταν δίπλα στο κομοδίνο μου. Βέβαια αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό για μένα κριτήριο για να μη διαβαστεί ποτέ. Βιβλίο που ξεχάστηκε στο κομοδίνο μου, δεν θα έπρεπε εξαρχής να βρεθεί εκεί. Και το τονίζω, στο κομοδίνο μου, όχι στη βιβλιοθήκη. Είναι κάπως σκληρή η δήλωση αυτή, αλλά ο καθένας έχει τα δικά του κριτήρια στην επιλογή των βιβλίων.
Δεν μπορούμε να διαβάσουμε όλοι τα ίδια βιβλία, ούτε φυσικά να σχηματίσουμε τις ίδιες εντυπώσεις, θετικές ή αρνητικές γύρω από αυτά. Επίσης επειδή ο χρόνος μας είναι πολύτιμος είναι προτιμότερο να τον αφιερώνουμε στην ανάγνωση βιβλίων που μας ευχαριστούν, άσχετα με το αν οι γύρω μας συμφωνούν με την επιλογή μας αυτή. Εξάλλου ακόμα κι από ένα κακογραμμένο βιβλίο, με κοινότοπο θέμα, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή και χαρακτήρες, έχει κάτι να μας προσφέρει. Συνδράμει στο να γίνουμε καλύτεροι και πιο κριτικοί αναγνώστες και μας ενθαρρύνει στο να αναζητάμε συνεχώς βιβλία που θα μας ικανοποιήσουν, θα μας ψυχαγωγήσουν και θα μας καλλιεργήσουν πνευματικά περισσότερο. Και κάτι ακόμη που έχω παρατηρήσει, αν και όσοι διαβάζετε νομίζω το γνωρίζετε ήδη. Δεν είμαστε πάντα «έτοιμοι» για να διαβάσουμε ένα βιβλίο, λόγω ηλικίας, εμπειρίας, βιωμάτων, συναισθηματικής κατάστασης. Κάθε βιβλίο όταν διαβαστεί στο σωστό για μας χρόνο μπορεί να αποτελέσει ορόσημο για τη ζωή και το μέλλον μας. Ίσως και τα παραπάνω βιβλία να με πέτυχαν ή να τα πέτυχα σε λάθος timing.

Διαβάστε λοιπόν ελεύθερα ό,τι και για όσο θέλετε! Και δώστε και δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες στα μισοδιαβασμένα σας βιβλία. Μπορεί να σας εκπλήξουν ευχάριστα την επόμενη φορά που θα τα ξαναπιάσετε στα χέρια σας. Ακόμη κι αν έχει ξεθωριάσει το εξώφυλλο…


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Γκιακ


Δημοσθένης Παπαμάρκος
Εκδόσεις αντίποδες

Γκιακ αρσ. (εν. με οριστ. άρθρο γκιάκου) 1. αίμα 2. (νομ.) δεσμός συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος 3. φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, εκδίκηση, αντεκδίκηση 4. φυλή

120 σελίδες, 9 διηγήματα, μικρό, τόσο που δε γεμίζει το μάτι σου. Κι όμως έκανε τόσο θόρυβο σε κάθε σελίδα που γυρνούσε, βροντερό, σα να γινόταν κατολίσθηση σ’ ένα από χωριά που διαδραματίζονται οι ιστορίες. Αναμφίβολα, ό,τι πιο γνήσιο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Είναι τόσο έντονος ο απόηχος του μέσα μου που δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. 

Ας ξεκινήσω από την εντυπωσιακή προφορικότητα του λόγου. Οι ιστορίες έχουν σχεδόν όλες τη μορφή διήγησης μεταξύ αντρών, διατηρώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τους ιδιωματισμούς της αρβανίτικης διαλέκτου, ειπωμένες έτσι όπως μόνο ένας σκληραγωγημένος άντρας θα μπορούσε να τις διηγηθεί. Ιστορίες που ξεχειλίζουν από θυμό, εκδίκηση, ανακούφιση, σαν εξομολόγηση σε ακροατές που είναι έτοιμοι να τις ακούσουν και μπορούν να σηκώσουν το βάρος τους. Οι ήρωες είναι στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία, που είδαν κι έκαναν πολλά, αλλά που το «αίμα», ως άγραφος νόμος, όριζε κι εξακολουθεί να ορίζει τις ζωές τους. Οι ιστορίες τους είναι σκληρές, βίαιες, ίσως για κάποιους και ντροπιαστικές ακόμη, αλλά πέρα για πέρα αληθινές. Κι εδώ έρχεται το δεύτερο εντυπωσιακό κατά την ανάγνωση. Ο αναγνώστης δε σοκάρεται από αυτά που διαβάζει (ή ακούει..), καθώς ακόμη κι αν δεν είχε ποτέ ακούσει μία αντίστοιχη ιστορία σε ένα χωριό, σε ένα καφενείο ή από κάποιον παππού ίσως, αισθάνεται τη σιγουριά ότι κάπως έτσι πρέπει να ήταν τα πράγματα.

Προσωπικά δεν ξέρω ποιο διήγημα να πρωτοξεχωρίσω. Συνήθως μπορώ να διακρίνω δυο-τρία που μου άρεσαν περισσότερο, όμως αυτή τη φορά ήταν σα να διάβαζα μαρτυρίες, τοποθετημένες σε ένα κοινό πλαίσιο που διέπεται από την παράδοση και τη λαϊκή συνείδηση. Νομίζω όμως ότι αξίζει να αναφέρω, το διήγημα «Παραλογή», στα μισά περίπου του βιβλίου, το οποίο όπως φανερώνει άμεσα ο τίτλος δεν είναι διήγημα αλλά μία παραλογή, ένα τραγούδι με αφηγηματικό χαρακτήρα, στο οποίο συνομιλούν ο Χάρος με μία νεαρή χήρα, που για μένα ήταν μια έκπληξη και μία αφορμή να ανακαλέσω στη μνήμη μου την παραλογή «Του νεκρού αδερφού».

Τελικά, έχοντας το βιβλίο αυτή τη στιγμή μπροστά μου και παρατηρώντας το, νομίζω πως είναι από τα πιο ταλαιπωρημένα βιβλία μου, λίγο λερωμένο και σκισμένο στις άκρες καθώς έμπαινε από τη μία τσάντα στην άλλη. Είναι παρόλα αυτά τόσο ταιριαστή η εμφάνιση του αυτή με το περιεχόμενό του. Ταλαιπωρημένοι ήρωες, «ξεσκισμένες» καρδιές και συνειδήσεις, χέρια λερωμένα με αίμα..