Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Travelling with a book




  Ταξιδεύοντας με ένα βιβλίο...πάντα και παντού.. Με όποιο μέσο κι αν επιλέξω να ταξιδέψω, με πλοίο (συνήθως), με λεωφορείο (ακόμη πιο συνηθισμένο), με αεροπλάνο ( θα επιθυμούσα πιο συχνά), πάντα κουβαλάω ενα βιβλίο μαζί μου. Για μένα οι ώρες του ταξιδιού σημαίνουν χαλάρωση, ευκαιρία για λίγη περισσότερη παρέα με τον εαυτό μου, για ελεύθερο χρόνο που μπορώ να αφιερώσω σε κάτι που αγαπώ. Έτσι το διάβασμα ειναι ως επί το πλείστον η πρώτη μου επιλογή και νομίζω κι η καλύτερη. Μόνο μια συμβουλή... Πάρτε μαζί σας βιβλία σχετικά μικρά και ελαφριά!!! Κάτι ογκώδες όπως αυτό που επέλεξα για το σημερινό ταξίδι συνεπάγεται έξτρα βάρος στην τσάντα μου και μια μικρή γκρίνια απο μέρους μου αργότερα, όταν θα πονάω ο ώμος μου. Ας μην είμαι αχάριστη όμως, αξίζει τον κόπο...


Υ.Γ. Αυτό είναι το πρώτο άρθρο που ανεβάζω χωρίς το λάπτοπ μου ( ευχαριστώ Α.  για το τέλειο κινητό που μου έκανες δώρο), μακριά από το γραφείο μου, μέσα σε ένα πλοίο όπως φαντάζεστε και ναι! αισθάνομαι περήφανη γι αυτό!!!!

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Η κουκουβάγια


Samuel Bjork
Εκδόσεις Διόπτρα

 Για κάποιο λόγο έχω την αίσθηση ότι το καλοκαίρι είναι η καταλληλότερη εποχή για να διαβάσει κάποιος αστυνομική λογοτεχνία. Ίσως γιατί η αφόρητη ζέστη έρχεται σε αντίθεση με τα συνήθως παγωμένα σκηνικά στα οποία διαδραματίζεται η εκάστοτε ιστορία, ίσως γιατί μέσα στην απόλυτη χαλαρότητα των διακοπών μας επιζητάμε κάτι που θα μας «αναστατώσει», όπως ένα έγκλημα, πάντως εγώ σίγουρα προτιμώ να διαβάζω αστυνομικά κατά τη διάρκεια των διακοπών μου, κάτω από τον ήλιο, μπροστά σε μία θάλασσα που θα συναγωνίζεται το βιβλίο για το τι από τα δύο θα επικρατήσει στην προτίμηση μου.

 Αυτό ακριβώς ένιωθα πριν λίγες μέρες όταν δεν μπορούσα να αφήσω απ΄ τα χέρια μου την «Κουκουβάγια», του Samuel Bjork και να κάνω μια βουτιά στη θάλασσα. Ναι, ήταν τόση η αγωνία στην οποία με κρατούσε η ιστορία που απλώς ρουφούσα τις σελίδες μέχρι να φτάσω στο τέλος και στη λύση του εγκλήματος. Ποιος μπορεί άραγε να έχει δολοφονήσει ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι και το έχει τοποθετήσει γυμνό πάνω σε ένα στρώμα από φτερά κουκουβάγιας, με μια ξανθιά περούκα στήνοντας γύρω της ένα περίεργο σκηνικό που μοιάζει με τελετουργία; Το κουβάρι της υπόθεσης προσπαθεί να ξεμπλέξει ο επιθεωρητής Χόλγκερ Μουνκ μαζί με την ικανότατη αλλά ψυχολογικά ευάλωτη συνεργάτιδά του Μία Κρούγκερ. Οι ύποπτοι πολλοί, αλλά οι ανατροπές ακόμη περισσότερες.

 Ο Νορβηγός συγγραφέας έχει βάλει όλο του το ταλέντο στη δημιουργία ενός αστυνομικού αριστουργήματος, που τα έχει όλα. Αγωνία, μυστήριο, μυστικά που αποκαλύπτονται σταδιακά, μία υπόθεση που περιπλέκεται όλο και περισσότερο και που σε αφήνει με κομμένη την ανάσα. Το πιο σπουδαίο για μένα όμως επίτευγμα του συγγραφέα είναι ο τρόπος με τον οποίο σκιαγραφεί τον χαρακτήρα καθενός από τους μεγάλους ή μικρούς ήρωες αυτής της ιστορίας. Από ολόκληρη την αστυνομική ομάδα μέχρι τους ελάχιστα εμπλεκόμενους στην υπόθεση ο Bjork φαίνεται πως δεν άφησε κανέναν παραπονεμένο και αδικημένο στο περιθώριο της ιστορίας.


 Τελικά η σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία, όχι μόνο εξελίσσεται σε ό,τι πιο σύγχρονο έχει να αναδείξει η αστυνομική λογοτεχνία γενικότερα, αλλά τείνει πιστεύω να δημιουργήσει μία ολόκληρη σχολή γύρω από αυτή. Σίγουρα αξίζει να διαβάσει κάποιος έστω κι έναν Σκανδιναβό συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας για να πειστεί πως αυτό το βόρειο ψυχρό κλίμα αποτελεί ένα εξαιρετικό υπόβαθρο για έμπνευση και δημιουργία. 

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Μισές δουλείες…


 «Διαβάζω τα πάντα». Αυτή είναι η απάντηση μου όταν κάποιος με ρωτάει τι διαβάζω συνήθως. Είμαι της άποψης ότι κάθε μορφής γραπτό, είτε πρόκειται για λογοτεχνία είτε για τα διαφημιστικά φυλλάδια του σουπερμάρκετ κάτι μπορεί να σου προσφέρει. Για το λόγο αυτό δίνω πάντα μια ευκαιρία, ίσως και μια δεύτερη (αν και ορισμένες φορές το έχω μετανιώσει) σε όποιο ανάγνωσμα πέφτει στα χέρια μου. Βέβαια όσο εύκολα πιάνω ένα βιβλίο τόσο εύκολα το αφήνω κιόλας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μερικά μισοδιαβασμένα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου, τα οποία και θα παραμείνουν μισοδιαβασμένα.

Σε αυτά τα βιβλία θα αναφερθώ σε αυτό το άρθρο. Φαντάζομαι ότι κάποιοι θα τα έχουν διαβάσει και μάλιστα μπορεί να τα βρήκαν και ενδιαφέροντα, όμως εγώ δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω, δεν κατάφερα να τα διαβάσω. Ίσως το πιο γνωστό από τα μισοδιαβασμένα μου είναι «Η δίκη» του Κάφκα. Με κούρασε πολύ να περιμένω να μάθω τι στο καλό έκανε ο Γιόσεφ Κ. και κατηγορείται καθώς και οι αοριστολογίες της δίκης, που το παράτησα λίγο πριν το τέλος. Ναι, ξέρω θα μου πείτε ότι όλο αυτό είναι μια παραβολή, ένας συμβολισμός, δεν χρειάζεται να ρωτάς τι και πώς, αλλά εδώ ο ίδιος ο Κάφκα άφησε ανολοκλήρωτα κεφάλαια, γιατί να μην το κάνω κι εγώ;

 Ένα ακόμη βιβλίο που παράτησα είναι η «Παραφορά», του πολυβραβευμένου Σάλμαν Ρούσντι. Αν και στην αρχή μου φάνηκε ενδιαφέρουσα η υπόθεση, με τον καθηγητή που εγκαταλείπει ξαφνικά τα πάντα και μετακομίζει σε μια άλλη πόλη (γιατί; Τι κρύβει; ), με αποθάρρυνε απ΄ όσο θυμάμαι η γραφή του και το λεξιλόγιο του. Σε αυτό το βιβλίο πάντως σκοπεύω κάποια στιγμή να δώσω εκείνη τη δεύτερη ευκαιρία που λέγαμε.

Δεύτερη ευκαιρία ίσως θα έπρεπε να δώσω και στη «Μαντάμ Μποβαρύ», του Φλομπέρ, αλλά μάλλον δε θα το κάνω για τον ίδιο λόγο που κάποτε το παράτησα. Γιατί είναι τόσα πολλά τα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας που θέλω να διαβάσω, που δυστυχώς αφήνουν λίγα περιθώρια σε εκείνα της κλασικής. Παρεμπιπτόντως, μέσα στο βιβλίο βρίσκεται ακόμα ο σελιδοδείκτης στη σελίδα 48 και στην αρχή του τρίτου κεφαλαίου, οπότε ποτέ δεν ξέρεις.. Τουλάχιστον εδώ είναι λίγες οι σελίδες που έχω διαβάσει και θα μπορούσα να το πάρω πάλι από την αρχή.

Με το σελιδοδείκτη ανάμεσα την 150 και 151 σελίδα βρίσκεται και το «Hotel de dream»,  του Έντμουντ Ουάιτ, το οποίο για να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι γιατί το άφησα στη μέση ακριβώς, θυμάμαι όμως ότι το διάβαζα με αργούς ρυθμούς και για μεγάλο διάστημα βρισκόταν δίπλα στο κομοδίνο μου. Βέβαια αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό για μένα κριτήριο για να μη διαβαστεί ποτέ. Βιβλίο που ξεχάστηκε στο κομοδίνο μου, δεν θα έπρεπε εξαρχής να βρεθεί εκεί. Και το τονίζω, στο κομοδίνο μου, όχι στη βιβλιοθήκη. Είναι κάπως σκληρή η δήλωση αυτή, αλλά ο καθένας έχει τα δικά του κριτήρια στην επιλογή των βιβλίων.
Δεν μπορούμε να διαβάσουμε όλοι τα ίδια βιβλία, ούτε φυσικά να σχηματίσουμε τις ίδιες εντυπώσεις, θετικές ή αρνητικές γύρω από αυτά. Επίσης επειδή ο χρόνος μας είναι πολύτιμος είναι προτιμότερο να τον αφιερώνουμε στην ανάγνωση βιβλίων που μας ευχαριστούν, άσχετα με το αν οι γύρω μας συμφωνούν με την επιλογή μας αυτή. Εξάλλου ακόμα κι από ένα κακογραμμένο βιβλίο, με κοινότοπο θέμα, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή και χαρακτήρες, έχει κάτι να μας προσφέρει. Συνδράμει στο να γίνουμε καλύτεροι και πιο κριτικοί αναγνώστες και μας ενθαρρύνει στο να αναζητάμε συνεχώς βιβλία που θα μας ικανοποιήσουν, θα μας ψυχαγωγήσουν και θα μας καλλιεργήσουν πνευματικά περισσότερο. Και κάτι ακόμη που έχω παρατηρήσει, αν και όσοι διαβάζετε νομίζω το γνωρίζετε ήδη. Δεν είμαστε πάντα «έτοιμοι» για να διαβάσουμε ένα βιβλίο, λόγω ηλικίας, εμπειρίας, βιωμάτων, συναισθηματικής κατάστασης. Κάθε βιβλίο όταν διαβαστεί στο σωστό για μας χρόνο μπορεί να αποτελέσει ορόσημο για τη ζωή και το μέλλον μας. Ίσως και τα παραπάνω βιβλία να με πέτυχαν ή να τα πέτυχα σε λάθος timing.

Διαβάστε λοιπόν ελεύθερα ό,τι και για όσο θέλετε! Και δώστε και δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες στα μισοδιαβασμένα σας βιβλία. Μπορεί να σας εκπλήξουν ευχάριστα την επόμενη φορά που θα τα ξαναπιάσετε στα χέρια σας. Ακόμη κι αν έχει ξεθωριάσει το εξώφυλλο…


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Γκιακ


Δημοσθένης Παπαμάρκος
Εκδόσεις αντίποδες

Γκιακ αρσ. (εν. με οριστ. άρθρο γκιάκου) 1. αίμα 2. (νομ.) δεσμός συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος 3. φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, εκδίκηση, αντεκδίκηση 4. φυλή

120 σελίδες, 9 διηγήματα, μικρό, τόσο που δε γεμίζει το μάτι σου. Κι όμως έκανε τόσο θόρυβο σε κάθε σελίδα που γυρνούσε, βροντερό, σα να γινόταν κατολίσθηση σ’ ένα από χωριά που διαδραματίζονται οι ιστορίες. Αναμφίβολα, ό,τι πιο γνήσιο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Είναι τόσο έντονος ο απόηχος του μέσα μου που δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. 

Ας ξεκινήσω από την εντυπωσιακή προφορικότητα του λόγου. Οι ιστορίες έχουν σχεδόν όλες τη μορφή διήγησης μεταξύ αντρών, διατηρώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τους ιδιωματισμούς της αρβανίτικης διαλέκτου, ειπωμένες έτσι όπως μόνο ένας σκληραγωγημένος άντρας θα μπορούσε να τις διηγηθεί. Ιστορίες που ξεχειλίζουν από θυμό, εκδίκηση, ανακούφιση, σαν εξομολόγηση σε ακροατές που είναι έτοιμοι να τις ακούσουν και μπορούν να σηκώσουν το βάρος τους. Οι ήρωες είναι στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία, που είδαν κι έκαναν πολλά, αλλά που το «αίμα», ως άγραφος νόμος, όριζε κι εξακολουθεί να ορίζει τις ζωές τους. Οι ιστορίες τους είναι σκληρές, βίαιες, ίσως για κάποιους και ντροπιαστικές ακόμη, αλλά πέρα για πέρα αληθινές. Κι εδώ έρχεται το δεύτερο εντυπωσιακό κατά την ανάγνωση. Ο αναγνώστης δε σοκάρεται από αυτά που διαβάζει (ή ακούει..), καθώς ακόμη κι αν δεν είχε ποτέ ακούσει μία αντίστοιχη ιστορία σε ένα χωριό, σε ένα καφενείο ή από κάποιον παππού ίσως, αισθάνεται τη σιγουριά ότι κάπως έτσι πρέπει να ήταν τα πράγματα.

Προσωπικά δεν ξέρω ποιο διήγημα να πρωτοξεχωρίσω. Συνήθως μπορώ να διακρίνω δυο-τρία που μου άρεσαν περισσότερο, όμως αυτή τη φορά ήταν σα να διάβαζα μαρτυρίες, τοποθετημένες σε ένα κοινό πλαίσιο που διέπεται από την παράδοση και τη λαϊκή συνείδηση. Νομίζω όμως ότι αξίζει να αναφέρω, το διήγημα «Παραλογή», στα μισά περίπου του βιβλίου, το οποίο όπως φανερώνει άμεσα ο τίτλος δεν είναι διήγημα αλλά μία παραλογή, ένα τραγούδι με αφηγηματικό χαρακτήρα, στο οποίο συνομιλούν ο Χάρος με μία νεαρή χήρα, που για μένα ήταν μια έκπληξη και μία αφορμή να ανακαλέσω στη μνήμη μου την παραλογή «Του νεκρού αδερφού».

Τελικά, έχοντας το βιβλίο αυτή τη στιγμή μπροστά μου και παρατηρώντας το, νομίζω πως είναι από τα πιο ταλαιπωρημένα βιβλία μου, λίγο λερωμένο και σκισμένο στις άκρες καθώς έμπαινε από τη μία τσάντα στην άλλη. Είναι παρόλα αυτά τόσο ταιριαστή η εμφάνιση του αυτή με το περιεχόμενό του. Ταλαιπωρημένοι ήρωες, «ξεσκισμένες» καρδιές και συνειδήσεις, χέρια λερωμένα με αίμα..

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Η Καρδερίνα




Donna Tartt
Εκδόσεις Λιβάνη


 «Η Tartt όταν αποφασίζει να γράψει, γράφει αριστουργήματα». Με τη φράση αυτή πριν από περίπου δύο χρόνια μία υπάλληλος βιβλιοπωλείου μου πρότεινε την «Καρδερίνα», ένα βιβλίο που έγινε best seller εκείνη τη χρονιά (2014) και που προστέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων κουβαλώντας πίσω του ένα βραβείο Pulitzer. Τελικά δεν το αγόρασα, μου φάνηκε πυκνογραμμένο και ογκώδες. Όμως ήξερα ότι κάποια στιγμή ήθελα να το διαβάσω. Έτσι τα φετινά Χριστούγεννα, σε μία ανταλλαγή δώρων αποφάσισα να το βάλω στη λίστα μου, δοκιμάζοντας λιγάκι την τύχη του. Αν ερχόταν στα χέρια μου ως δώρο θα το διάβαζα, αν όχι ίσως... μπορεί… πιθανότατα… κάποια στιγμή στο μέλλον. Για καλή του τύχη και δική μου ήρθε. Κάπως έτσι εδώ και ένα μήνα περίπου, με ενδιάμεσα διαλείμματα όπως φαντάζεστε, το φαινόμενο «Καρδερίνα» μπήκε στη ζωή μου.

  Το ξεκίνησα διστακτικά (λόγω όγκου), το διάβασα μανιωδώς στο ενδιάμεσο και παραλίγο να το παρατήσω 20 σελίδες περίπου πριν το τέλος. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Μιλάμε, κατά τη γνώμη μου για ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο, σε μία αξιόλογη μετάφραση. Η συγγραφέας χειρίζεται τον λόγο άψογα, περιγραφική όπου χρειάζεται, περιεκτική άλλοτε και αφήνοντας τις λέξεις να οδηγήσουν τον αναγνώστη σε διάφορα μονοπάτια σκέψεων. Η υπόθεση του βιβλίου κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον κι από τις πρώτες κιόλας σελίδες μπαίνουμε στα βαθιά μαζί με τον κεντρικό ήρωα, τον Θίο Ντέκερ. Παιδί ακόμη ο Θίο έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο και την απώλεια, μέσα από ένα δραματικό γεγονός που θα τον στιγματίσει για την υπόλοιπη ζωή του. Τη ζωή αυτή παρακολουθούμε σε όλο το εύρος του βιβλίου, τον δρόμο από την αθωότητα προς την ενηλικίωση, από τα πάθη και τα λάθη προς τη λύτρωση. Μέσα στα σκοτάδια του ο Θίο έχει ως μόνη ηλιαχτίδα την Καρδερίνα του ή τουλάχιστον έτσι νομίζει, ώσπου όλα ανατρέπονται. Πρόκειται για έναν ήρωα που ως παιδί τον συμπονάς, ως έφηβο τον οικτίρεις, ως ενήλικα τον αποστρέφεσαι. Παρόλα αυτά είναι ένας ήρωας ανθρώπινος, φυσικός, με ελαττώματα και αδυναμίες. Ουσιαστικά η συγγραφέας παίζει με τους χαρακτήρες. Όλα τα πρόσωπα του βιβλίου είναι αληθινά, ακόμη και στις πιο ακραίες τους εκφάνσεις. Και μαζί με τα πρόσωπα αληθινές είναι και οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα τους. Σχέσεις από αγάπη, από υποχρέωση, από συμφέρον, από εξάρτηση…  Στο μεγαλύτερο μέρος του το βιβλίο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, διαβάζεται αναπάντεχα γρήγορα και διατηρεί την αγωνία του αναγνώστη για την εξέλιξη των πραγμάτων αμείωτη. Σημειωτέον, δεν είναι περιπέτεια! Είναι νομίζω κάτι σαν πίνακας ζωγραφικής, που σε κάθε παρατηρητή μπορεί να προκαλέσει διαφορετικά συναισθήματα και εντυπώσεις. Εμένα κατά κύριο λόγο μου προκάλεσε έναν συγκρατημένο θαυμασμό για την Tartt,  μιας και απογοητεύτηκα από το φιλοσοφικό-διδακτικό κρεσέντο  που επέλεξε για το τέλος.  Βέβαια αυτό δεν περιορίζει καθόλου την αξία του έργου και δε λειτουργεί ανασταλτικά για τον αναγνώστη. Μετά την «Καρδερίνα» πάντως, έχω ήδη αγοράσει τη «Μυστική ιστορία» της Donna Tartt. Έτσι για να επιβεβαιώσω την πωλήτρια…!

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Ο άνθρωπος που ξέχασε τη γυναίκα του


John OFarrell
Εκδόσεις Διόπτρα

 Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μπαίνω στον Ιανό κι από όλα τα βιβλία που θα μπορούσα να διαλέξω, τελικά αγόρασα αυτό. Έψαχνα κάτι ευχάριστο, ευκολοδιάβαστο, που θα μπορούσε να με συνοδέψει στο πολύωρο ταξίδι που αναμενόταν τρεις μέρες αργότερα. Ευτυχώς πέτυχα διάνα!!

 Πράγματι, τρεις μέρες μετά ξεκίνησα την ανάγνωση του βιβλίου μέσα στο λεωφορείο κι ευτυχώς δεν είχα κανέναν δίπλα μου στο κάθισμα, καθώς είχα κυριολεκτικά αφεθεί στην ανάγνωση και απλωθεί και στις δύο θέσεις. Το βιβλίο ήταν απολαυστικότατο, με την απαραίτητη δόση χιούμορ και με έναν ρυθμό στην αφήγηση που με έκανε να αισθάνομαι σαν να παρακολουθώ ταινία. Η υπόθεση, με λίγα λόγια, περιστρέφεται γύρω από έναν άντρα κοντά στη μέση ηλικία, τον Βον, ο οποίος ξαφνικά εμφανίζει απώλεια μνήμης. Όπως είναι φυσικό δεν θυμάται τίποτα για τον εαυτό του, την οικογένειά του, πόσο μάλλον τη γυναίκα του… Στην προσπάθεια του να ανακτήσει τις μνήμες του και το παρελθόν του διαπιστώνει ότι το παρόν του δεν είναι τελικά και τόσο ονειρικό και σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με όσα φανταζόταν για το μέλλον του σε νεαρότερη ηλικία. Το θετικό στην κατάσταση του είναι ότι μπορεί να δει πλέον τα πράγματα, με τη ματιά ενός εξωτερικού παρατηρητή και να διορθώσει τα λάθη που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι έκανε. Το αρνητικό είναι ότι οι άλλοι και κυρίως η γυναίκα του διατηρούν ακόμη όλες τις μνήμες του παρελθόντος και δυστυχώς κάποια πράγματα δεν μπορούν έτσι εύκολα να ξεχαστούν…


 Ξέρω ότι το σενάριο δεν φαίνεται και πολύ αληθοφανές. Δε γίνεται έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη να χάσεις τη μνήμη σου. Γίνεται όμως να χάσεις τους στόχους σου, τα όνειρά σου, τον νεανικό ενθουσιασμό σου, ακόμη και τον ίδιο σου τον εαυτό όταν η ρουτίνα και τα προβλήματα σε απορροφούν. Γίνεται να ξεχάσεις το πόσο ευτυχισμένο μπορούν να σε κάνουν οι μικρές καθημερινές στιγμές με την οικογένεια σου και οι άνθρωποι γύρω σου, όταν κολλάς σε ασήμαντες λεπτομέρειες. Στην πραγματικότητα, ο Βον ξέχασε όλα τα παραπάνω, οπότε εντέλει το μυθιστόρημα αποδεικνύεται πολύ πιο ρεαλιστικό από αυτό που αρχικά μπορεί να νομίσεις. Κι ακόμη κι αν δεν έχεις ξεχάσει τίποτα από όλα αυτά και η ευτυχία είναι η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο μυαλό στην ερώτηση «Πώς νιώθεις;», λίγο γέλιο ακόμη πάντα χρειάζεται…!!!

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια

Harper Lee
Εκδόσεις Bell

 Λίγο πριν μας αποχαιρετήσει το 2015 και αφού έχουν ήδη συμπληρωθεί 55 χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, αποφασίζω να διαβάσω το «αριστούργημα», όπως χαρακτηρίζεται από τα περισσότερα ιστολόγια, της Harper Lee, «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια». Αφορμή είναι η έκδοση του δεύτερου βιβλίου της συγγραφέως, στην ηλικία των 88 ετών σήμερα, με τίτλο «Βάλε ένα φύλακα», το οποίο βρέθηκε από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του ανάμεσα στα best sellers σε ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία. Θα μπορούσα βέβαια να διαβάσω απευθείας το δεύτερο βιβλίο, αλλά οι διθυραμβικές κριτικές για το πρώτο δε μου άφησαν άλλα περιθώρια…

 Ομολογώ ότι από τις πρώτες κιόλας σελίδες εντυπωσιάστηκα με την ικανότητα της συγγραφέως να θίξει ένα ζήτημα φλέγον ακόμη και σήμερα, πόσο μάλλον τη δεκαετία του ’30 στην οποία αναφέρεται, το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων, μέσα από τα μάτια δύο μικρών παιδιών, της Σκάουτ και του Τζεμ Φιντς. Πρόκειται για τα παιδιά του δικηγόρου Άττικους Φίντς, ο οποίος καλείται να υπερασπιστεί έναν νεαρό μαύρο στο Μέικομπ της Αλαμπάμα, για ένα αδίκημα που όπως όλα δείχνουν δεν έχει διαπράξει αλλά που η κοινωνία νοτισμένη βαθιά με προκαταλήψεις, φοβίες και στερεότυπα δεν είναι σε θέση να το αξιολογήσει αμερόληπτα και δίκαια. Η καθαρή ψυχή όμως των παιδιών, η αθωότητα και η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τον κόσμο γύρω τους, τους επιτρέπει να ξεχωρίσουν αυτό που οι ενήλικες αδυνατούν, το Καλό από το Κακό, το Δίκαιο από το Άδικο. Οι σελίδες του βιβλίου ξεχειλίζουν από την ευαισθησία των παιδιών, από την απεγνωσμένη τους προσπάθεια να κατανοήσουν τον κόσμο των ενηλίκων, έναν κόσμο σκληρό και βίαιο ακόμη και γι αυτούς τους δύο, έναν κόσμο που δε χαρίζεται σε κανέναν.


  Το βιβλίο μπορώ να πω ότι με συγκίνησε ιδιαιτέρως,ειδικά στις τελευταίες τους σελίδες, όπου αντιλαμβάνεσαι ότι τα «κοτσύφια» γύρω μας είναι πολλά. Είναι πολλοί εκείνοι που ζουν στο περιθώριο από επιλογή ή από ανάγκη, είναι πολλοί αυτοί που αδικούνται ακόμη και στις μέρες μας κι είναι πολλά εκείνα που δυστυχώς ξεχνάμε μεγαλώνοντας. Είναι η ανθρωπιά αυτή που πολλές φορές χάνεται στην πορεία της ενήλικης ζωής μας και που χρειάζονται μόνο δύο παιδικά μάτια για να μας την υπενθυμίσουν. Νομίζω πως το βιβλίο όσα χρόνια κι αν περάσουν αξίζει να διαβαστεί. Κι αν ακόμη η διδακτική διάθεση της συγγραφέως μπορεί να ξενίσει κάποιους αναγνώστες, αξίζει να κάνουμε μια προσπάθεια να σκεφτούμε πόσο «ανθρώπινα» αντιμετωπίζουμε τελικά τους συνανθρώπους μας.