Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018

Η τιμή και το χρήμα - Κωνσταντίνος Θεοτόκης

 Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1872. Το 1889, γνωρίζοντας ήδη καλά τρεις γλώσσες, αναχωρεί για σπουδές στο Παρίσι, απ' όπου επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα. Ασπάστηκε γρήγορα τις πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες και μαζί με τον φίλο του και ποιητή Λορέντζο Μαβίλη συμμετείχαν στην Επανάσταση της Κρήτης (1896) και της Θεσσαλίας (1897). Ένθερμος δημοτικιστής (οργάνωσε μάλιστα και συνέδριο δημοτικιστών στην Κέρκυρα το 1905) ξεκινά να γράφει και να δημοσιεύει τα πρώτα του έργα, τα οποία διανθίζει με επτανησιακούς ιδιωματισμούς. Παράλληλα μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, μεταφράζει ακόμη και από τα σανσκριτικά και τα λατινικά, καθώς και πολλά σπουδαία έργα Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Φλωμπέρ.

 "Η τιμή και το χρήμα" είναι μία κοινωνική νουβέλα που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1914. Επηρεασμένος από τις ιδέες του καταδεικνύει στο έργο αυτό την κοινωνική και πολιτική σαθρότητα της εποχής. Είναι αφιερωμένο στην Κερκυραία λόγια και φεμινίστρια Ειρήνη Δενδρινού. Η Ειρήνη Δεντρινού σε ομιλία της με τίτλο «Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης σαν συγγραφέας, σαν άνθρωπος» είπε σχετικά: 
«Στην Τιμή και το Χρήμα —το πρώτο κατά χρονολογική σειρά μεγάλο διήγημα του Θεοτόκη— περιγράφεται ιδιαίτερα το κερκυραϊκό προάστιο, το Μαντούκι, και γενικά η κατάσταση της Κέρκυρας στην εποχή της πρωθυπουργίας του Γ. Θεοτόκη. Αντίθετος προς το συνονόματό του, ο συγγραφέας καυτηριάζει σατιρίζοντας τα πολιτικά συστήματα της τότε εποχής, το κυρίαρχο ρουσφετολόι, την πρόοδο του συστηματικού λαθρεμπορίου στις κερκυραϊκές ακτές και την εξαχρείωση του εκλογέα. Ανάμεσα σε όλη αυτή την κίνηση πλέκεται το τρυφερό και γεμάτο ποιητική αφέλεια ειδύλλιο της Ρήνης και του Ανδρέα, που η χρηματική ανάγκη το παρακολουθεί για να το χτυπήσει θανάσιμα. Έτσι ο συγγραφέας, αφού μας αποδείξει πόσο κυρίαρχα, πόσο τυραννικά, το χρήμα επιβάλλεται και στα δυνατότερα και αγνότερα αισθήματά μας, βάζει στο στόμα της Ρήνης τον ύμνο της αγάπης, ανώτερης απ' όλα τ' άλλα συναισθήματα, με μια φράση λιτή, χωρίς καμιά παράχορδη, επιδειχτική κραυγή, και που λιτότερη γίνεται στο στόμα της κοπέλας του λαού: "Με τα τάλαρα δεν αγοράζεις την αγάπη", λέει η Ρήνη του Αντρέα». («Νέα Εστία» Α' 1927, τεύχ, 7 και 8, και: Εκδ. «Κείμενα» Η Τιμή και το Χρήμα: σ. 121). 

  Το διήγημα κυκλοφορεί σήμερα σε πολλές εκδόσεις, από διάφορους εκδοτικούς. Εγώ το αγόρασα σε μία οικονομική αλλά αρκετά αξιόλογη έκδοση από την Εμπειρία Εκδοτική και τη σειρά της Ελληνική Κλασική Λογοτεχνία.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Αγαπητέ Θεέ

Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ
Εκδόσεις Opera

Ένα μικρό βιβλιαράκι (γύρω στις 90 σελίδες όλες κι όλες), το "Αγαπητέ Θεέ" πραγματεύεται δύο αντικρουόμενες δυνάμεις, τη ζωή και τον θάνατο, όχι με την αγωνία και τη φιλοσοφική διάθεση ενός ενήλικα, αλλά με την απλότητα και την καθαρή ματιά ενός μικρού παιδιού.

Ο Όσκαρ είναι ένα δεκάχρονο αγόρι που νοσηλεύεται με λευχαιμία στο νοσοκομείο. Γνωρίζει ότι θα πεθάνει σύντομα και ύστερα από παρότρυνση της θείας Ροζ, μιας από τις κυρίες που κρατούν συντροφιά στα παιδιά ξεκινά μια ιδιόμορφη επικοινωνία με τον Θεό γράφοντας του γράμματα. Μέσα από τα γράμματα αυτά παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες του Όσκαρ στο νοσοκομείο, τις σχέσεις που αναπτύσσει με τα υπόλοιπα παιδιά και κυρίως τη φυσιολογικότητα με την οποία αντιμετωπίζει την κατάσταση του και τον επερχόμενο θάνατο και παράλληλα την αδυναμία του να καταλάβει τον φόβο και την αμηχανία που προκαλεί ο θάνατος στους μεγάλους. Τα γράμματα αυτά τον βοηθούν να βρει την πίστη και τη δύναμη που κρύβει μέσα του (όπως κι όλοι μας αρκεί να τα αναζητήσουμε). Στα γράμματα του δεν ρωτάει ποτέ γιατί πεθαίνει. Τον απασχολεί κυρίως η ζωή του, κι όχι ο θάνατος. 

Το βιβλίο είναι γραμμένο με χιούμορ και αισιοδοξία, αν και στο τέλος ένα μικρό σφίξιμο το νιώθεις. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πάρα πολύ γρήγορα. Δεν είναι ένα βιβλίο που θα σε "ξετρελάνει" (τουλάχιστον όχι εμένα), είναι όμως μια γλυκιά υπενθύμιση ότι "η μόνη λύση για τη ζωή είναι το να ζεις".

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Ο Στόουνερ

John Williams
Εκδόσεις Gutenberg
μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου

Το έβλεπα συνεχώς μπροστά μου τους τελευταίους μήνες. Σε βιβλιοπωλεία, στο ίντερνετ, σε κριτικές, αλλά όσες φορές κι αν διάβασα την υπόθεση δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Πίστευα ότι θα είναι βαρετό (κάποιοι το βρίσκουν όντως βαρετό κι αδιάφορο, όπως βλέπω σε κάποια σχόλια στο facebook) κι ίσως και λιγάκι "βαρύ" για τώρα το καλοκαίρι. Πόσο λάθος σκεφτόμουν... 

Το αγόρασα και το ξεκίνησα διστακτικά, παρακινημένη από την ιστορία πίσω από το βιβλίο κι όχι αυτή μέσα στο βιβλίο. "Ο Στόουνερ" γράφτηκε από τον John Willams στις ΗΠΑ, όπου και πρωτοεκδόθηκε το 1965, χωρίς όμως να βρει την αναμενόμενη ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό. Αποσύρθηκε λοιπόν, ανατυπώθηκε δύο ακόμη φορές, χωρίς να έχει καμία απήχηση κι όλα αυτά μέχρι το κοντινό μας 2011, οπότε και βρέθηκε στα χέρια μιας Γαλλίδας πεζογράφου, της Anna Gavalda, η οποία το μετέφρασε και από τότε έγινε μπεστ σέλερ στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στην Ιταλία, στη Γερμανία. Το 2017 φθάνει και στη χώρα μας και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, στη νέα τους σειρά Aldina, για την οποία αξίζει να αναφερθούμε σε επόμενο άρθρο.

 Το μυθιστόρημα περιγράφει τη ζωή και τη σταδιοδρομία του Στόουνερ, ενός βοηθού καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας: τη διδασκαλία του, τις σχέσεις του στο Πανεπιστήμιο, τις φιλίες του, την αποτυχία του γάμου του αλλά και τον έρωτά του για μια νεαρή καθηγήτρια, σχέση που θα εμπλακεί αναπόφευκτα στις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς της πανεπιστημιακής ζωής. "Το σημαντικότερο στοιχείο του μυθιστορήματος, γράφει ο συγγραφέας, είναι η συνείδηση του έργου, του επαγγέλματος που έχει ο Στόουνερ... Η αγάπη για κάτι είναι αυτό που μετράει". (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Είναι ένα χρονικό, μια κατά κάποιον τρόπο βιογραφία του Στόουνερ, από την ηλικία των έξι χρόνων έως και το θάνατο του. Ενός ανθρώπου θα λέγαμε συγκρατημένου, συγκαταβατικού, μετρημένου, χωρίς πάθη και εξάρσεις. Ενός ανθρώπου συνηθισμένου, που όλη του η ζωή περιστρέφεται γύρω από τη διδασκαλία, με τη βαθιά όμως αφοσίωση και πίστη στο καθήκον που έχει αναλάβει. Αυτό ήταν εξάλλου και το μεγάλο πάθος της ζωής του, η λογοτεχνία και η διδασκαλία αυτής.

Ο συγγραφέας γράφει με μια αριστοτεχνική απλότητα και ευκρίνεια μια ιστορία κατά τη γνώμη μου βαθιά συγκινητική και σίγουρα μελαγχολική, για έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε και δε θέλησε ποτέ να γίνει ήρωας. 

Υ.Γ. Αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις Gutenberg για το δώρο που χάρισαν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και κυρίως στην Αθηνά Δημητριάδου που έκανε μια άψογη μετάφραση, που αποπνέει τον απόλυτο σεβασμό προς τον συγγραφέα και το ύφος του πρωτότυπου έργου.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Στόμαστομαστό


Ροζίτα Σπινάσα
Εκδόσεις Κέδρος

 Προφανέστατα ο τίτλος είναι το πρώτο πράγμα που σου τραβάει την προσοχή. 3 λέξεις ενωμένες σε μία μοιάζουν λίγο παράξενες, οπότε δε γίνεται να μην αναρωτηθείς περί τίνος πρόκειται. Εμένα όμως μου κέντρισε το ενδιαφέρον πρώτα η συγγραφέας , καθώς διάβασα μία συνέντευξή της στη Lifo, η οποία μου φάνηκε πολύ αυθεντική και με έκανε να αναζητήσω το βιβλίο . Μάλιστα όταν είδα ότι πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, το βρήκα  και σαν ευκαιρία να ξεφύγω κάπως από τα μυθιστορήματα κι έτσι δε δίστασα να το αγοράσω.  Προχθές λοιπόν που είχα προγραμματισμένο ένα ταξιδάκι και είχα στη διάθεση μου ένα τετράωρο περίπου, πήρα τα διηγήματα στην τσάντα μου και ξεκίνησα.

 Από τις πρώτες κιόλας σελίδες κατάλαβα ότι θα το άφηνα απ τα χέρια μου μόνο όταν θα έφτανα στην τελευταία, πράγμα που έγινε λίγο πριν φθάσω στον προορισμό μου.  Ήταν το ένα διήγημα καλύτερο απ’  το άλλο. Διηγήματα σκληρά, ιστορίες από αυτές που λες δε γίνονται αλλά ξέρεις κατά βάθος ότι γίνονται, χαρακτήρες απ’  αυτούς μπορεί και να τους έχεις συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή σου. Και τόσα πολλά συναισθήματα μαζεμένα σε δέκα διηγήματα. Θυμός, συμπόνια, κατανόηση, αγανάκτηση, λύτρωση, έκπληξη, αποδοχή και κυρίως συνενοχή. Νομίζω ήταν αυτό το συναίσθημα που με έκανε να νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι, η συνενοχή. Οι ήρωες δε διηγούνται, εξομολογούνται, οπότε άθελα σου γίνεσαι μάρτυρας των πράξεων τους και αναγκάζεσαι κάπου μέσα σου να πάρεις θέση. Στο τέλος μάλιστα της κάθε ιστορίας η αλήθεια έρχεται μπροστά σου κατά τρόπο επιτακτικό που σε αναγκάζει να τη δεις κατάματα και ίσως ακόμη και να σκεφτείς εκείνες τις στιγμές που δεν πήρες τη θέση που θα έπρεπε.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Οι Καλοί


Hannah Kent
Εκδόσεις Ίκαρος


 Τη Hannah Kent την γνωρίσαμε το 2014 από τα «Έθιμα Ταφής»  , ένα βιβλίο εξαιρετικό, χάρη στο οποίο απέσπασε πολλά βραβεία και έγινε παγκοσμίως γνωστή, μιας και  μυθιστόρημα μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες. Τρία χρόνια μετά, η συγγραφέας επέστρεψε με το δεύτερο της βιβλίο, «Οι Καλοί», για να επιβεβαιώσει την συγγραφική της δεξιοτεχνία και το λογοτεχνικό της ταλέντο.

 Λίγα λόγια για το βιβλίο (περίληψη από το οπισθόφυλλο): ΚΟΜΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΙ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ, 1825. Συντετριμμένη από τον θάνατο του συζύγου της, Μάρτιν, η Νόρα βρίσκεται ολομόναχη να φροντίζει τον εγγονό της, Μίχολ, ένα παιδί ανήμπορο να περπατήσει και να μιλήσει. Πού είναι ο υγιής, ευτυχισμένος εγγονός της που γνώρισε όταν η κόρη της ήταν ακόμη ζωντανή; Η Μαίρη έρχεται να βοηθήσει τη Νόρα στο σπίτι, ενώ διαδίδονται σκοτεινές ιστορίες για ανεξήγητες ατυχίες, ασθένειες, αλλά και φήμες που θέλουν τον Μίχολ να σπέρνει την κακοτυχία στην κοιλάδα. Αποφασισμένες να απαλλαγούν από το κακό και να βοηθήσουν τον Μίχολ, η Νόρα και η Μαίρη επιστρατεύουν τη βοήθεια της Νανς, μιας ηλικιωμένης περιπλανώμενης γυναίκας που κατέχει τη γνώση και τα μυστήρια της παλιάς μαγείας. Καθώς οι τρεις γυναίκες ελπίζουν να επαναφέρουν τον Μίχολ, ο ιδιαίτερος κόσμος τους με τα έθιμα, τα πιστεύω και τις τελετουργίες δημιουργεί γύρω τους έναν ασφυκτικό κλοιό· θα οδηγηθούν σ' ένα επικίνδυνο μονοπάτι και θα αναγκαστούν να αμφισβητήσουν όλα όσα γνωρίζουν. Τοποθετημένο σ' έναν χαμένο κόσμο που υπακούει στους δικούς του κανόνες, "Οι Καλοί" της Hannah Kent είναι ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα για την απόλυτη πίστη και τη γεμάτη αφοσίωση αγάπη.

 Πριν λίγες ώρες ολοκλήρωσα το μυθιστόρημα και αποφάσισα να γράψω αμέσως γι αυτό, για να περιγράψω με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια την εντύπωση που μου προκάλεσε και την αίσθηση που έμεινε τελικά από αυτό. Πιστεύω λοιπόν ότι «Οι Καλοί», είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και καλό μυθιστόρημα, κυρίως όμως  για κάποιον που δεν έχει διαβάσει τα «Έθιμα Ταφής».  Κατά τη γνώμη μου δεν κατάφερε να ξεπεράσει το πρωτόλειο, όπως έγραψε  η Sunday Herald, ούτε είναι ένα μυθιστόρημα που έχει το ρυθμό και την ένταση ενός θρίλερ, όπως αντίστοιχα έγραψε η συγγραφέας Paula Hawkins (Το κορίτσι του τρένου).  Δεν είναι ένα βιβλίο με μια ρέουσα πλοκή και μέχρι ενός σημείου είναι κάπως προβλέψιμο. Βέβαια αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η συγγραφέας γράφει με εξαιρετικό τρόπο, αλλά δυστυχώς για την ίδια έβαλε πολύ ψηλά τον πήχη με τα «Έθιμα Ταφής» και δημιούργησε πολύ υψηλές  προσδοκίες στους αναγνώστες. Προσωπικά δεν απογοητεύτηκα, αλλά ούτε και εντυπωσιάστηκα. Σίγουρα περιμένω να διαβάσω το επόμενο της μυθιστόρημα.

 Για το τέλος, αυτό που δεν γίνεται να μην αναφέρω είναι η απίστευτη μετάφραση που έχει κάνει η Μαρία Αγγελίδου. Έχω εντυπωσιαστεί  κατά καιρούς με διάφορες μεταφράσεις, αλλά νομίζω είναι η πρώτη φορά που αναρωτήθηκα τόσες πολλές φορές μετά από κάποια πρόταση, πόσο θαυμάσια δουλειά έχει κάνει η μεταφράστρια.

Τρίτη 29 Μαΐου 2018

Μικροί θησαυροί

 Ως παιδιά ένα από τα αγαπημένα μας παιχνίδια ήταν να ανακαλύπτουμε χαμένους θησαυρούς στα πιο απίθανα σημεία, σε αποθήκες, ξεχασμένα μπαούλα, στα παλιά συρτάρια της γιαγιάς κι όπου αλλού μπορούσαμε να φανταστούμε. Για μένα οι καλύτεροι "θησαυροί" ήταν πάντα μπροστά στα μάτια μου. Ήταν στη μεγάλη βιβλιοθήκη της θείας μου, όπου ακόμα και σήμερα οι θησαυροί είναι ανεξάντλητοι, στις στοίβες με τα βιβλία και τις εφημερίδες που έβρισκα στο πάτωμα του δωματίου του άλλου μου θείου, στα "δήθεν" ξεχασμένα βιβλία του πατέρα μου στο κομοδίνο, που τώρα πλέον βρίσκονται στη δική μου βιβλιοθήκη κι οπουδήποτε αλλού είχα πρόσβαση σε βιβλία. Στα πιο χαμηλά ράφια της δημοτικής βιβλιοθήκης, σε παλιά βιβλιοπωλεία που δυστυχώς πια δεν υπάρχουν, σε παζάρια, παντού γύρω μου. Η συνήθειά μου να ανακαλύπτω τέτοιους θησαυρούς όσο μεγάλωνα ευτυχώς δεν ξεθώριασε καθόλου, αν και μάλλον έγινα πιο επιλεκτική μαζί τους και πιο επιφυλακτική ως προς την πολυτιμότητά τους.

 Πριν λίγο καιρό λοιπόν, όταν μαζί με τον άντρα μου κάναμε την τελευταία μας μετακόμιση, πήραμε από το πατρικό του πολλά παιδικά-εφηβικά ενθύμια (cd, φωτογραφίες, κ.λπ.). Ανάμεσα σε αυτά ήταν και μερικά βιβλία, κυρίως βιβλία με στίχους και ποιήματα, όχι και τόσο συνηθισμένα για μένα, μιας και οι δικές του ποιητικές επιρροές διαφέρουν αρκετά από τις δικές μου... Έτσι, τυχαία εχθές το βράδυ ξεφυλλίζοντας το "Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι", του Γιάννη Αγγελάκα, ένιωσα κάτι από εκείνο το παιδικό συναίσθημα της ξαφνικής ανακάλυψης ενός μικρού θησαυρού.


Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Μνήμη χρυσόψαρου


 Δεδομένο Νο 1: έχω διαβάσει πολλά βιβλία μέχρι τώρα στη ζωή μου. Δεδομένο Νο 2: θυμάμαι την υπόθεση ελάχιστων εξ αυτών. Δεδομένο Νο 3: δεν πάσχω από κάποια ασθένεια που να προκαλεί απώλεια μνήμης – τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζω. Ζητούμενο βασανιστικό κι αναπάντητο: έχω τελικά μνήμη χρυσόψαρου;

 Θεωρώ πολύ τυχερούς τους ανθρώπους που θυμούνται τα πάντα με την παραμικρή τους λεπτομέρεια και που μπορούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους ανά πάσα στιγμή οποιαδήποτε πληροφορία. Εγώ από την άλλη πλευρά ξεχνάω σχετικά εύκολα. Ναι μεν θυμάμαι τα απαραίτητα για την καθημερινότητα μου (βλέπε αριθμούς τηλεφώνων, κωδικούς καρτών και ημερομηνίες) αλλά μπορεί να ξεχάσω ολόκληρα γεγονότα στα οποία ήμουν παρούσα ή ακόμη και ολόκληρες συζητήσεις στις οποίες συμμετείχα. Ευτυχώς για μένα, κάπου εκεί έρχεται πάντα κάποιος φίλος – μάρτυρας όλων αυτών  να συμπληρώσει τα κενά της μνήμης μου.

 Τι γίνεται όμως με τα βιβλία που έχω διαβάσει και για τα οποία δεν έχω γράψει ή δεν έχω συζητήσει με κανέναν;  Εκεί έχω πρόβλημα…! Το θετικό είναι ότι υπάρχουν άπειρες πληροφορίες στο διαδίκτυο, οπότε μπορώ να αναζητήσω οτιδήποτε χρειάζομαι και μου διαφεύγει τη δεδομένη στιγμή. Αλλά αυτή είναι για μένα η έσχατη λύση. Πριν καταλήξω στη φίλη μου τη google, «έχω σκάσει» πρώτα απ΄το κακό μου που δε μπορώ να θυμηθώ τι στην ευχή έλεγε το τάδε βιβλίο ή προσπαθώ  επί ώρες να θυμηθώ το όνομα του κεντρικού ήρωα σε κάποιο άλλο. Πιο πολύ αισθάνομαι άσχημα όταν γίνεται συζήτηση για ένα βιβλίο που το έχω διαβάσει και μου άρεσε ή όχι και η ερώτηση που ακολουθεί «Τι σου άρεσε περισσότερο;» ή «Τι ήταν αυτό που δε σου άρεσε;» έρχεται να καρφωθεί σα μαχαιριά στην καρδιά. Η απάντηση που θέλω να ξεστομίσω είναι «Έλα ντε! Δεν ξέρω!». Για να είμαι βέβαια δίκαιη με τον εαυτό μου αυτό συμβαίνει κυρίως με τα παλιότερα αναγνώσματα. Αλλά και πάλι η αμηχανία σχετικά με την απάντηση που πρέπει να δώσω παραμένει. Επίσης τις περισσότερες φορές το αν μου άρεσε ένα βιβλίο ή όχι έχει να κάνει με τα συναισθήματα που μου προκάλεσε κατά την ανάγνωση. Μπορεί δηλαδή να εντυπωσιάστηκα από τη γραφή ή από κάποια ανατροπή στο τέλος (που φυσικά δεν τη θυμάμαι), μπορεί να με κράτησε ξύπνια απ’ την αγωνία, μπορεί και να βαρέθηκα απ’ την άλλη ή να απογοητεύτηκα από το τέλος (που ούτε αυτό το θυμάμαι, αλλά που το περίμενα πώς και πώς).

 Η αίσθηση που σου αφήνει ένα βιβλίο είναι ίσως και η πιο σπουδαία ανάμνηση που έχεις από αυτό. Όσο κι αν πιέζω τον εαυτό μου να θυμηθεί περισσότερες λεπτομέρειες, πάντα στο τέλος μένω ικανοποιημένη από τα αισθήματα που ανακαλώ παρά από τις σκέψεις και κυρίως από τις αναμνήσεις που έρχονται μαζί με το βιβλίο κι όχι από το βιβλίο αυτό καθαυτό. Μπορεί να θυμάμαι το πρόσωπο που μου το χάρισε, την περίοδο της ζωής μου που το διάβαζα, σε  ποιο ταξίδι το είχα μαζί μου, τέτοιου είδους αναμνήσεις που είναι πολύ πιο σημαντικές από την υπόθεση του βιβλίου. Έτσι και αλλιώς πάντα θυμάμαι αυτό που είπα και πριν, αν μου άρεσε ή όχι, οπότε σίγουρα κάποιος λόγος θα υπάρχει που μπορεί εντέλει να είναι και άσχετος από το βιβλίο.
Εξάλλου, αν τα χρυσόψαρα είχαν πιο δυνατή μνήμη θα ήταν πιο ευτυχισμένα απ’ ότι ήδη είναι;


Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

What about Nesbo?


 Ο Jo Nesbo δε χρειάζεται πλέον συστάσεις. Τα βιβλία του, όπως όλοι ξέρουμε, έχουν γίνει διεθνή best seller, έχουν μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες, έγιναν ακόμη και ταινία, ενώ οι nesbomaniacs εξαπλώθηκαν σαν κίνημα και έκαναν πάρτυ όταν ήρθε στην Αθήνα. Εγώ παρόλα αυτά, τόσα χρόνια δεν είχα διαβάσει κανένα απ’ τα βιβλία του, αν και πάντα φλέρταρα μαζί τους στα βιβλιοπωλεία.

 Επειδή όμως για όλα υπάρχει το σωστό timing, έτσι και πριν λίγους μήνες μου χάρισαν τις «Κατσαρίδες», το δεύτερο κατά σειρά βιβλίο του συγγραφέα με τον κεντρικό και πασίγνωστο πλέον ήρωα, τον επιθεωρητή Χάρι Χόλε. Ξεκίνησα λοιπόν να το διαβάζω με πολλή όρεξη και αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα. Ναι, ήταν ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, με εξαιρετικές περιγραφές, με γρήγορη δράση και ανατροπές. Τελικά, έμεινα ικανοποιημένη από την ανάγνωσή του και γι’ αυτό αποφάσισα να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Να διαβάσω δηλαδή το πρώτο βιβλίο της σειράς, τη «Νυχτερίδα».  Από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο βρήκα ενδιαφέρουσα την ιστορία, αλλά στην πορεία κάπου με «έχασε», για να με ξανακερδίσει στο τέλος. Να εξηγηθώ όμως… Όσο προχωρούσα την ανάγνωση κι ενώ το βιβλίο διαβαζόταν απίστευτα γρήγορα, ένιωθα ότι η δράση ήταν πιο περιορισμένη σε σχέση τουλάχιστον με το προηγούμενο βιβλίο που ανέφερα. Ναι μεν η πλοκή εξελισσόταν, αλλά μου έλειπαν οι εκπλήξεις. Ίσως βέβαια αυτός να ήταν ο σκοπός του συγγραφέα. Να κρατήσει μεν το ενδιαφέρον του αναγνώστη όσο γίνεται περισσότερο αλλά να αφήσει τις εκπλήξεις για το τέλος. Ίσως επίσης να είχα κι εγώ πολύ περισσότερες προσδοκίες και μεγαλύτερο ενθουσιασμό, γεγονός που με έκανε αργότερα πιο αυστηρή. Ίσως, στο κάτω κάτω της γραφής όλα αυτά να είναι λεπτομέρειες.

 Αυτό που έχει σημασία είναι ότι  ο Nesbo άξια θεωρείται σημαντικός εκπρόσωπος της αστυνομικής λογοτεχνίας και μιας και είναι πολυγραφότατος λέω να ξανακινηθώ πάλι ανάποδα και την επόμενη φορά που θα μπω σε βιβλιοπωλείο να αγοράσω το τελευταίο του βιβλίο, το «Μάκβεθ»!!!



Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Όσο μπορείς, Κ.Π. Καβάφης



Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

[1913]

21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Βιβλία που έγιναν ταινίες


  Έχω βρεθεί πολλές φορές σε παρέες όπου η συζήτηση γύρω από τα βιβλία οδηγείται συνειρμικά και στον κινηματογράφο και συγκεκριμένα σε βιβλία που έγιναν ταινίες. Σχεδόν πάντα όλοι καταλήγουμε να υποστηρίζουμε ότι οι ταινίες που έχουμε δει και που προέρχονται από κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο δεν ήταν αντάξιες της «καταγωγής» τους. Οι λόγοι της απογοήτευσης μας είναι πολλοί και διαφορετικοί, όπως το γεγονός ότι παραλείφθηκαν κάποια σημαντικά σημεία του βιβλίου για οικονομία χρόνου ή ότι παρερμηνεύτηκαν (ίσως και να αλλοιώθηκαν) κάποιες σκηνές, ακόμη και το ότι οι ηθοποιοί που επιλέχθηκαν να μην ήταν οι κατάλληλοι για να ενσαρκώσουν αυτούς τους ρόλους, τουλάχιστον έτσι όπως εμείς τους φανταζόμασταν κατά την ανάγνωση. Καταλαβαίνω φυσικά πως οι απόψεις αυτές είναι τελείως υποκειμενικές. Ένας σινεφίλ που δεν έτυχε να διαβάσει το βιβλίο μπορεί να βρήκε μία ταινία που βασίστηκε σε αυτό εξαιρετική, το casting ιδανικό και την υπόθεση απίστευτα ελκυστική. Και κάπου εκεί ερχόμαστε όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι να υπερασπιστούμε τα βιβλία που διαβάσαμε και να βγάλουμε λίγο πολύ την ταινία μέτρια στην καλύτερη περίπτωση, άχρηστη στη χειρότερη. Το έχω κάνει άπειρες φορές κι εγώ η ίδια. 
  
 Προσπαθώ λοιπόν να σκεφτώ αν υπήρξε ποτέ ταινία που να μου άρεσε περισσότερο από το βιβλίο. Αναμοχλεύοντας στο βάθος του μυαλού μου τελικά βρήκα ένα βιβλίο, ίσως απ’ τα λίγα που διάβασα αφότου είχα δει την ταινία (ναι, το παραδέχομαι! Αποφεύγω να διαβάζω το βιβλίο αν έχω δει την ταινία πρώτα) που με απογοήτευσε νομίζω κυρίως η μετάφραση του στα ελληνικά. Το βιβλίο είναι το «Ανάμεσα στους τοίχους», ενός Γάλλου συγγραφέα, του Francois Begaudeau και αντίστοιχα γαλλικής παραγωγής και η ταινία. Βραβευμένα εξίσου και τα δύο. Η ταινία ήταν διδακτική, συγκινητική, με βαθιά νοήματα και δίνοντας έναυσμα για σκέψη κυρίως σε όσους από εμάς ασχολούμαστε με τα παιδιά και τη διδασκαλία αυτών. Δε θα περιγράψω εδώ την υπόθεση, μπορεί εύκολα να την εντοπίσει κανείς και να δει και να κρίνει την ταινία μόνος του. Το θέμα εδώ είναι ότι το βιβλίο στα ελληνικά, δε με εντυπωσίασε το ίδιο. Θυμάμαι ότι εντόπιζα αρκετά τυπογραφικά λαθάκια και ότι δεν ήταν και τόσο ευχάριστη η ανάγνωση του (μεταξύ μας το ψιλοβαρέθηκα). Μπορεί βέβαια να φταίει και το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η ταινία ως ερέθισμα αλλά σίγουρα η συγκεκριμένη έκδοση του βιβλίου τότε δε μου είχε αρέσει ιδιαίτερα. 

 Πιστεύω ότι εάν συνεχίζω να ψάχνω στις αναμνήσεις και τη βιβλιοθήκη μου μπορεί να βρω και κάποια άλλη περίπτωση βιβλίου και ταινίας. Δε θα το κάνω. Από αυτή τη διαδικασία κατάλαβα ότι δεν πρέπει να είμαστε πάντα τόσο αυστηροί με τις ταινίες. Σίγουρα κάποιες δεν είναι τόσο καλές όπως καλά δεν είναι και όλα τα βιβλία (πάντα με βάση την προσωπική κρίση του καθενός), αλλά μερικές φορές αξίζει να δώσουμε μια ευκαιρία παραπάνω στην ταινία που αναθεματίζουμε. Μπορεί μια δεύτερη ματιά να μας εκπλήξει ευχάριστα, αν αφήσουμε λίγο στην άκρη την αρνητική μας προδιάθεση γι΄αυτή.